. Allergopedia

Μη αλλεργική ρινίτιδα

Γκέλης Ν. Δημήτριος [Δρ]
Ιατρός, ΩΡΛ, Οδοντίατρος, Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Ωτορινολαρυγγολογικής Αλλεργίας, Ανοσολογίας και Ρογχοπαθειών και της Ελληνικής Εταιρείας Φωνιατρικής και Φωνητικών Τεχνών, Δαμασκηνού 46, Κόρινθος 20100, τηλ. 6944280764, mail:pharmaghe@otenet.gr, http://www.gelis.gr www.o,rlpedia.gr, http://www.gkelanto.gr www.p,harmagel.gr, http://www.allergopedia.gr

Η ρινίτιδα είναι μια φλεγμονή του ρινικού βλεννογόνου πολύ διαδεδομένη παγκοσμίως και χαρακτηρίζεται  τουλάχιστον από ένα από τα παρακάτω συμπτώματα ή σημεία: Ρινική συμφόρηση (μπούκωμα), ρινόρροια, πταρμοί, κνησμός της μύτης, ρινική απόφραξη.

Για τη ρινίτιδα υπάρχουν τρεις  κύριες ταξινομήσεις: Η αλλεργική ρινίτιδα, η  μη αλλεργική ρινίτιδα και η μεικτή ρινίτιδα.

Η αλλεργική ρινίτιδα προκαλείται όταν η πυροδότηση των συμπτωμάτων προκαλείται με την εισπνοή αλλεργιογόνων ή την έκθεση του πάσχοντος σε αλλεργιογόνα προς τα οποία έχει ευαισθητοποιηθεί.

Μη αλλεργική είναι η ρινίτιδα, στην οποία το μπούκωμα και η ρινόρροια προκαλούνται από μη αλλεργικά και μη λοιμώδη ερεθίσματα, όπως η αλλαγή του καιρού, η έκθεση σε καυστικές οσμές, το κάπνισμα, οι διαφορές της βαρομετρικής πίεσης, το ψυχολογικό στρες,  ή από άγνωστες αιτίες.

Η παρουσία αλλεργικής ρινίτιδας αποκλείεται με τη διενέργεια των δερματικών δοκιμασιών, με τις οποίες μπορεί να αποδειχτεί σε ποια αλλεργιογόνα είναι ευαίσθητος ο ασθενής και εργαστηριακές εξετάσεις (RAST), στις περιπτώσεις που το ιστορικό κατευθύνει το γιατρό στην κλινική διάγνωση της αλλεργικής ρινίτιδας, αλλά οι  δερματικές δοκιμασίες είναι αρνητικές ή αναμφίβολες..

Τόσον η αλλεργική, όσο και η μη αλλεργική ρινίτιδα είναι πολύ εξαπλωμένες παθολογικές καταστάσεις που έχουν ως επακόλουθο την αύξηση των δαπανών για την υγεία και επηρεάζουν έντονα την ποιότητα της ζωής των πασχόντων και τη νοσηρότητά  τους γενικότερα, σε όλες τις ηλικίες.

Με τον όρο σύνδρομα μη αλλεργικής ρινίτιδας περιγράφονται διαταραχές, που διεθνώς έχει γίνει αποδεκτό ότι, τα κλινικά χαρακτηριστικά τους ταξινομούνται στην κατηγορία των συνδρόμων της χρόνιας μη αλλεργικής ρινίτιδας και  περιλαμβάνουν  μόνον τα παρακάτω:

Α. Ρινικά συμπτώματα και

Β. Καμία ένδειξη ταυτόχρονης παρουσίας αλλεργικής νόσου, όπως αυτή διαγιγνώσκεται κλινικά με τις αρνητικές ενδοεπιδερμικές δοκιμασίες νυγμού (skin prick tests) για κάποιο ένοχο αλλεργιογόνο ή και τις αρνητικές εργαστηριακές δοκιμασίες αντισωμάτων για ειδικά αλλεργιογόνα [1].

Αυτή η ταξινόμηση αυτομάτως αποκλείει τη λοιμώδη ρινίτιδα, ρινοκολπίτιδα και τις  μηχανικές/ανατομικές  ανωμαλίες ως αιτίες των χρονίων ρινικών συμπτωμάτων.

Αναφέρονται   τουλάχιστον 8 ξεχωριστές κλινικές οντότητες, οι οποίες μπορεί να ταξινομηθούν μεταξύ των διαταραχών που συνιστούν τα σύνδρομα της μη αλλεργικής ρινίτιδας και περιγράφονται στον πίνακα 1.

Στην παραπάνω ταξινόμηση  έχουν αποκλειστεί οι ανατομικές και μηχανικές ανωμαλίες και η χρονία ρινίτιδα και ρινοκολπίτιδα [2].

Πίνακας 1: Χρόνια σύνδρομα ρινίτιδας που  είναι μη  αλλεργικά και μη λοιμώδη  και δεν οφείλονται σε Ανατομικά ή Μηχανικά αίτια.

      Ρινίτιδα φαρμακευτικής αιτιολογίας (φαρμακοπροκαλούμενη ρινίτιδα), περιλαμβανομένης και της  φαρμακευτικής ρινίτιδας
      Γευστική ρινίτιδα
      Ορμονοπροκαλούμενη ρινίτιδα, περιλαμβανομένης και της ρινίτιδας των εγκύων
      Μη αλλεργική ρινίτιδα με ηωσινοφιλία
      Γεροντική ρινίτιδα
      Ατροφική ρινίτιδα
      Διαρροή εγκεφαλονωτιαλιου υγρού
      Μη αλλεργική ρινοπάθεια  (παλαιά λεγόταν αγγειοκινητική ρινίτιδα ή ιδιοπαθής μη αλλεργική  ρινίτιδα)

Από τις παραπάνω διαταραχές η σημαντικότερη και συνηθέστερη είναι η μη αλλεργική ρινοπάθεια, η οποία παλαιά λεγόταν αγγειοκινητική ρινίτιδα ή ιδιοπαθής μη αλλεργική ρινίτιδα [3].

Φαρμακοθεραπευτικά  η μη αλλεργική ρινίτιδα μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη χρήση ενδορρινικών κορτικοστεροειδών και  ενδορρινικών τοπικών αντιισταμινικών στις περιπτώσεις που κυρίαρχο σύμπτωμα είναι το μπούκωμα της μύτης.

Η δράση των τοπικών ενδορρινικών κορτικοστεροειδών και αντιισταμινικών μπορεί να γίνει ταχύτερα αισθητή στον ασθενή, αν πλένει τη μύτη του με υπέρτονο διάλυμα φυσιολογικού ορού, ουδετέρου pH. [Osmoclean  hypertonic  nasal  spray].

To Osmoclean hypertonic   καθαρίζει το ρινικό βλεννογόνο από τους εισπνεόμενους ρύπους, αλλεργιογόνα κλπ, απομακρύνει τις προσκολλημένες στο βλεννογόνο παχύρρευστες βλέννες και προκαλεί αποσυμφόρηση του ρινικού βλεννογόνου με το μηχανισμό της φυσικής όσμωσης, στα επόμενα 10 λεπτά από την εφαρμογή του.

Μετά από παρέλευση 10 λεπτών από την εφαρμογή του Osmoclean hypertonic  οι ψεκασμοί των ρινικών κοιλοτήτων με τοπικό ενδορρινικό κορτικοστεροειδές ή αντιισταμινικό μπορεί να είναι αποτελεσματικότερη. Οι ασθενείς με κυρίαρχο σύμπτωμα το μπούκωμα της μύτης καταφεύγουν μόνοι τους, συνήθως, στη χρήση τοπικών ενδορρινικών  αποσυμφορητικών. Αν αυτά τα φάρμακα χρησιμοποιηθούν πέραν των 3 ημερών  συνήθως προκαλείται φαρμακευτική ρινίτιδα με επικρατούν σύμπτωμα το μπούκωμα της μύτης, η οποία δεν ξεμπουκώνει, αν δεν ψεκάζει συχνά, καθημερινά τη μύτη του ο ασθενής με το τοπικό αποσυμφορητικό. Φαρμακευτική ρινίτιδα μπορεί να προκληθεί και με τη χρήση ψεκασμών που περιέχουν τοπικό κορτικοστεροειδές (π.χ. δεξαμεθαζόνη, τριαμσινολόνη, κλπ) και τοπικό αποσυμφορητικό.

Στην περίπτωση μη αλλεργικής ρινίτιδας, στην οποία κυρίαρχο σύμπτωμα είναι η ρινόρροια, πάλι μπορεί να προηγηθούν ψεκασμοί της μύτης με Οsmoclean hypertonic και να ακολουθήσουν ψεκασμοί με το αντιχολινεργικό  βρωμιούχο ιπρατρόπιο (0.03%) και ενδορρινικό κορτικοστεροειδές. Είναι δύσκολη η ανεύρεση βρωμιούχου ιπρατροπίου (0.03%) στην αγορά και δεν είναι πάντοτε αποτελεσματική η χρήση του.

Στις περιπτώσεις που κυρίαρχο σύμπτωμα της ρινίτιδας είναι η ξηρότητα του ρινικού βλεννογόνου η μύτη μπορεί να ανακουφιστεί ψεκάζοντας τις ρινικές κοιλότητες με Rhinosisam nasal spray.

To Rhinosisam nasal spray περιέχει σησαμέλαιο (μαλακώνει τις ενδορρινκές κρούστες και παχύρευστες βλέννες) μαστιχέλαιο (ισχυρό φυσικό μικροβιοκτόνο και ταυτόχρονα μαλακτικό του ρινικού βλεννογόνου) και βιταμίνη Ε, που είναι ισχυρό αντιοξειδωτικό και  ενεργοποιεί τη λειτουργικότητα του βλεννοκροσσωτού επιθηλίου του ρινικού βλεννογόνου.

Η χρήση ενδορρινικής καψαϊκίνης, επαλείψεων του ρινικού βλεννογόνου με διάλυμα νιτρικού αργύρου και η θεραπεία με βελονισμό είναι θεραπείες που ερευνώνται για την αποτελεσματικότητά τους στη μη αλλεργική ρινίτιδα [4].

Οι περιπτώσεις μη αλλεργικής ρινίτιδας που συνοδεύονται από μπούκωμα της μύτης συνεπεία χρόνιας ρινικής συμφόρησης και υπερτροφίας των κάτω ρινικών κογχών μπορεί να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά με την εφαρμογή φωτοπηξίας ή υπερηχοπηξίας, που γίνονται με τη βοήθεια ειδικών συσκευών.

Δεν συνιστάται η ολοκληρωτική κογχοτομή ή αφαίρεση τμήματος ή όλης της μέσης ρινικής κόγχης, διότι υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης του συνδρόμου της άδειας μύτης (empty nose syndrome). Το σύνδρομο αυτό χαρακτηρίζεται από μόνιμο μπούκωμα της μύτης, ενώ έχουν υπερβολικά διανοιχθεί  χειρουργικά οι ρινικές κοιλότητες (ολική κογχοτομή).

Η φωτοπηξία και η υπερηχοπηξία γίνεται ασφαλώς, χωρίς επιπλοκές από εκπαιδευμένο ωτορινολαρυγγολόγο, διότι η εφαρμογή της θερμικής ή υπερηχητικής ενέργειας, ενώ γίνεται μόνο στην κεφαλή των κάτω ρινικών κογχών συρρικνώνει και το βλεννογόνου των σωμάτων τους, πράγμα που εξασφαλιζει τη λειτουργική αποκατ΄πασταση της ρινικής αναπνοής.

Εναλλακτική θεραπεία: Το συμπλήρωμα διατροφής Curcugkel που περιέχει μικκυλιακή υγρή κουρκουμίνη επιδεικνύει ισχυρή αντιαλλεργική, αντιοξειδωτική και αντιφλεγμονώδη δράση. Το Curcugkel είναι η πλέον ευαπορρόφητη και βιοδιαθέσιμη μορφή κουρκουμίνης, διότι η απορροφητικότητά της είναι 18.000% μεγαλύτερη από την απλή φυσική σκόνη κουρκουμίνης. Στη μη αλλεργική ρινίτιδα χορηγείται 1-2 κάψουλες ημερησίως επί τρεις μήνες με επωφελή συνήθως αποτελέσματα. Η χορήγηση μπορεί να επαναληφθεί, εφόσον επιμένουν τα συμπτώματα. Η μόνη αντένδειξη της κουρκουμίνης είναι η χολολιθίαση.

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση

1.Scarupa MD1, Kaliner MA. Nonallergic rhinitis, with a focus on vasomotor rhinitis: clinical importance, differential diagnosis, and effective treatment recommendations. World Allergy Organ J. 2009 Mar;2(3):20-5. doi: 10.1097/WOX.0b013e3181990aac.
2. Gadzhimirzaev GA. [About the unresolved problems of terminology and classification of allergic rhinitis and the desirability of distinguishing the mixed form of the disease]. Vestn Otorinolaringol. 2016;81(5):34-36.
3. Wallace DV, Dykewicz MS, Bernstein DI, Blessing-Moore J, Cox L, Khan DA, Lang DM, Nicklas RA, Oppenheimer J, Portnoy JM, Randolph CC, Schuller D,Spector SL, Tilles SA; Joint Task Force on Practice; American Academy of Allergy; Asthma & Immunology; American College of Allergy; Asthma and Immunology; Joint Council of Allergy, Asthma and Immunology. The diagnosis and management of rhinitis: an updated practice parameter. J Allergy Clin Immunol. 2008 Aug;122(2 Suppl):S1-84. doi: 10.1016/j.jaci.2008.06.003.

Σημείωση: Το παρόν επιστημονικό άρθρο γράφτηκε για λόγους ενημέρωσης των ιατρών και των λοιπών επιστημόνων υγείας και δεν αποτελεί  μέσο διάγνωσης ή αντιμετώπισης ή πρόληψης ασθενειών, ούτε αποτελεί ιατρική συμβουλή για ασθενείς, από τον συγγραφέα ή τους συγγραφείς του άρθρου.

Την ευθύνη της διάγνωσης, θεραπείας και πρόληψης των ασθενειών τις έχει μόνον ο θεράπων ιατρός του κάθε ασθενούς, αφού πρώτα κάνει προσεκτικά ακριβή διάγνωση.

Γιαυτό συνιστάται η αποφυγή της αυθαίρετης εφαρμογής ιατρικών πληροφοριών από μη ιατρούς. Τα συμπληρώματα διατροφής δεν είναι φάρμακα, αλλά μπορεί να χορηγούνται συμπληρωματικά, χωρίς να παραιτούνται οι ασθενείς από  τις αποδεκτές υπό της ιατρικής επιστήμης θεραπείες ή θεραπευτικές τεχνικές και μεθόδους, που γίνονται, όταν χρειάζονται, υπό ιατρική καθοδήγηση,  παρακολούθηση και ευθύνη. Οι παρατιθέμενες διαφημίσεις εξυπηρετούν της δαπάνες συντήρησης της παρούσας ιστοσελίδας

Το παρόν άρθρο προστατεύεται από το νόμο περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η μερική ή ολική αντιγραφή και χρήση του στο διαδίκτυο ή οποιοδήποτε άλλο έντυπο μέσο, εκτός και αν ζητηθεί έγγραφη άδεια από τον ιδιοκτήτη της παρούσας ιστοσελίδας.